νόθος


νόθος
[нотос] ουσ. а. внебрачный ребёнок,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "νόθος" в других словарях:

  • νόθος — bastard masc nom sg νόθος bastard masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόθος, -α — και η, ο 1. αυτός που γεννιέται από γονείς που δεν είναι νόμιμο ζευγάρι, αλλ. εξώγαμος, μπάσταρδος: Νόθο παιδί. 2. πλαστός, ψεύτικος, κάλπικος: Νόθο σύγγραμμα. 3. μτφ., ασταθής, ανώμαλος, άστατος: Νόθα κατάσταση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νόθος — α, ο, θηλ. και η και ος (ΑΜ νόθος, η, ον, Α θηλ. και ος) 1. αυτός που γεννήθηκε από μη νόμιμο γάμο 2. κίβδηλος, πλαστός, παραποιημένος, μη γνήσιος (α. «νόθο βάρος» β. «οὐ δεῑ πολίτας παρεμβάλλειν νόθῃ παιδείᾳ πεπαιδευμένους», Πλάτ.) 3. (για… …   Dictionary of Greek

  • νόθος — [нотос] εκ. внебрачный, незаконнорождёный, поддельный, фальшивый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • νόθα — νόθος bastard neut nom/voc/acc pl νόθᾱ , νόθος bastard fem nom/voc/acc dual νόθᾱ , νόθος bastard fem nom/voc sg (doric aeolic) νόθος bastard neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόθον — νόθος bastard masc acc sg νόθος bastard neut nom/voc/acc sg νόθος bastard masc/fem acc sg νόθος bastard neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόθως — νόθος bastard adverbial νόθος bastard masc acc pl (doric) νόθος bastard adverbial νόθος bastard masc/fem acc pl (doric) νοθόω counterfeit imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόθων — νόθος bastard fem gen pl νόθος bastard masc/neut gen pl νόθος bastard masc/fem/neut gen pl νοθόω counterfeit imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) νοθόω counterfeit imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόθαι — νόθος bastard fem nom/voc pl νόθᾱͅ , νόθος bastard fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόθοι — νόθος bastard masc nom/voc pl νόθος bastard masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)